Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2015

Μ. Καραγάτσης, "Η κυρία Νίτσα"

 Μ[ΙΤΙΑ] ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ (1908 - 1960)

Ο Μ. Καραγάτσης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Δημήτρη Ροδόπουλου) γεννήθηκε στην Αθήνα, ένα από τα πέντε παιδιά του Γεώργιου Ροδόπουλου και της Ανθής το γένος Μουλούλη. Ο πατέρας του καταγόταν από οικογένεια γαιοκτημόνων της Πάτρας, ήταν δικηγόρος και πολιτικός και διετέλεσε διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας και διοικητής της Τράπεζας Κρήτης. Λόγω των συνεχών μεταθέσεών του, η οικογένεια έζησε σε διάφορες επαρχιακές πόλεις της Ελλάδας. Ο Καραγάτσης πέρασε μέρος των παιδικών του χρόνων στη Λάρισα ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές σπουδές του το 1924 στη Θεσσαλονίκη και τον ίδιο χρόνο έφυγε για σπουδές στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Γκρενόμπλ. Το 1925 επέστρεψε στην Ελλάδα και συνέχισε τις σπουδές του στα τμήματα Νομικής (αποφοίτησε το 1930) και Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών (αποφοίτησε το 1931) του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Από το 1931 ως το 1939 (χρονιά θανάτου του πατέρα του) εργάστηκε ως νομικός σύμβουλος ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας. Παράλληλα εργάστηκε ως δημοσιογράφος στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο (Βραδυνή, Πρωία, Νέα Εστία κ.α.) και ταξίδεψε σε πολλές χώρες. Το 1946 πέθανε η μητέρα του, στη μνήμη της οποίας αφιέρωσε το μυθιστόρημα Ο μεγάλος ύπνος. Από το 1952 εργάστηκε στη διαφημιστική εταιρεία ΑΔΕΛ, της οποίας διετέλεσε και διευθυντής και συμμετείχε στις εκλογές του 1956 και 1958 με το κόμμα των Φιλελευθέρων. Πέθανε στην Αθήνα σε ηλικία 52 χρόνων · έπασχε από την καρδιά του από το 1958. Ο Μ.Καραγάτσης πρωτοεμφανίστηκε στο λογοτεχνικό χώρο του 1927 με τη συμμετοχή και βράβευσή του (με τον Α΄ Έπαινο) στον Α΄ Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Νέας Εστίας με το διήγημα Η κυρία Νίτσα. Η μετέπειτα πορεία του τον ανέδειξε ως έναν από τους πολυγραφότερους συγγραφείς της γενιάς του Τριάντα. Ασχολήθηκε με την πεζογραφία (μυθιστόρημα - διήγημα - νουβέλα), το θέατρο, τη λογοτεχνική μετάφραση, τη θεατρική κριτική, την ταξιδιωτική λογοτεχνία, την ιστορία. Από το πεζογραφικό του έργο σημειώνουμε ενδεικτικά τα Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν, Η μεγάλη χίμαιρα, Το μπουρίνι, Σέργιος και Βάκχος, Ο Κίτρινος φάκελλος. Το έργο του τοποθετείται συμβατικά στα πλαίσια του ρεαλισμού, με έντονη ωστόσο την παρουσία ιδεαλιστικών και λυρικών εξάρσεων. Κυρίαρχη είναι επίσης η ψυχολογική εμπλοκή του συγγραφέα στον κόσμο των ηρώων του και στις ακραίες καταστάσεις που βιώνουν, στα πλαίσια μιας προσπάθειας αναθεώρησης και σκόπιμης επανερμηνείας της ιστορίας με λογοτεχνικά μέσα με στόχο τον προσδιορισμό της νεοελληνικής ταυτότητας και την κριτική της σύγχρονής του κοινωνικής πραγματικότητας.
Αναδημοσίευση από : http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=node&cnode=461&t=207

Ο Καραγάτσης αυτοβιογραφείται 
Γεννήθηκα στην Αθήνα σε ένα από τα τέσσερα γωνιακά σπίτια των οδών Ακαδημίας και Θεμιστοκλέους. Δεν σας λέω όμως σε ποιο. Και το κάνω επίτηδες αυτό, για να μπλέξω άγρια-σε αυτό το αθηναϊκό σταυροδρόμι- τους διαφόρους "αρμοδίους", όταν έρθει η στιγμή να εντοιχισθεί η αναμνηστική πλάκα. Εγώ βέβαια θα τα έχω τινάξει προ πολλού και θα σπάω κέφι καλά στον ουρανό με τη μεταθανάτια φάρσα μου. Θα έχω παρέα το Σολωμό, που θα μου λέει κουνώντας το κεφάλι: " Τράβα και σύ Καραγάτση,όσα τράβηξα εγώ από τον Καιροφύλλα, τον Αποστολάκη και το Σπαταλά".


Όπως βλέπετε το κυριότερο γνώρισμά μου είναι η μετριοφροσύνη. Διδάχτηκα τα πρώτα γράμματα στο Αρσάκειο της Λάρισας (όταν συλλογιέμαι πώς, υπήρξα και Αρσακειάδα!) και αντί να ερωτευτώ τις συμμαθήτριές μου, αγάπησα παράφορα τη δασκάλα μου. Γεγονός που μαρτυράει τη σκοτεινή ερωτική ιδοσυγκρασία μου. Έκανα ό,τι μπορούσα για να μην προβιβαστώ, να μείνω στην ίδια τάξη, κοντά στην "γυναίκα των ονείρων μου". Το υπέροχο λογοτεχνικό μου ταλέντο φανερώθηκε στο Γυμνάσιο, όταν έγραφα εκθέσεις αριστουργηματικές. Οι καθηγητές μου δεν πρόφταιναν να μου βάζουν δεκάρια. Ένας μονάχα- ένας ξερακιανός και καταχθόνιος- έβρισκε τα κείμενά μου απαίσια και τα μηδένιζε αράδα. Δεν μπορούσα να καταλάβω...αργότερα όμως κατάλαβα. Ο καθηγητής ήταν λογοτέχνης. Εννοείται πώς τον εκδικήθηκα σκληρά ...Ήμουν νεαρότατο μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών όταν ο κ.Καθηγητής -γέρος πια- ζήτησε την ψήφο μου για να μπει και αυτός στο επίσημο αυτό Πρυτανείο της ελληνικής διάνθησης. Του την αρνήθηκα. Αποτέλεσμα: Αυτός είναι και εγώ δεν είμαι πια μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών...
Κάποτε σπούδαζα νομικά. Είχα συμφοιτητές τους κ.Πέτρον Χάρην, 'Aγγελο Τερζάκην, Γιώργο Θεοτοκάν, Πετσάλην και Οδυσσέα Ελύτην, τα εξαιρετικά αυτά νομικά πνεύματα που τόσο διέπρεψαν στη δικανική σταδιοδρομία τους- όπως και εγώ εξάλλου. Ο ισχυρισμός του κ. Κλ. Παράσχου ότι υπήρξε συμφοιτητής μου είναι ανακριβέστατος. Όταν ο νεαρότατος κ. Παράσχος γράφτηκε πρωτοετής στη νομική, εγώ ήμουν κιόλας δικηγόρος παρ'Αρείω Πάγω. Έφηβος ήμουν όταν έγραψα τα πρώτα μου και τελευταία ποιήματα. Δεν τα δημοσίευσα ποτέ. Αργότερα τορριξα στην πεζογραφία, ένας Θεός ξέρει το γιατί...
Έγραψα πολλά και διάφορα, διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, έργα υψηλού ηθικοπλαστικού περιεχομένου, πολύ κατάλληλα για παρθεναγωγεία και βιβλιοθήκες οικογενειών με αυστηρά αστικά ήθη. Οι ήρωες μου- Λιάπκιν, Μαρίνα Ρεϊζη και ιδίως Γιούγκερμαν- είναι άνθρωποι αγνοί, αθώοι, ιδεολόγοι και στέκουν ψηλότερα από τις αθλιότητες του χαμερπούς υλισμού. Απορώ πως το εκπαιδευτικό συμβούλιο δεν εισήγαγε ακόμα τα βιβλία μου για αναγνωστικά στα σχολεία του κράτους, εξίσταμαι πώς η Ακαδημία δεν μου έδωσε ακόμα το βραβείο Αρετής, πώς δεν με εκάλεσε ακόμα να παρακαθήσω στους ενάρετους κόλπους της κοντά στον κ.Σπύρο Μελά.
Δεν επείραξα ποτέ συνάδελφο και είμαι συμπαθέστατος στους λογοτεχνικούς κύκλους. Αυτό θα αποδειχθεί στην κηδεία μου όπου θα έρθει κόσμος και κοσμάκης να πεισθεί ίδιοις όμμασι ότι πέθανα, ότι θάφτηκα, ότι πήγα στο διάολο. Και θα φύγει από το νεκροταφείο ο κόσμος και ο κοσμάκης βγάζοντας στεναγμούς ανακούφισης. Είμαι βέβαιος πώς ο Θεός θα με κατατάξει μεταξύ των αγίων στον Παράδεισο. ΑΜΗΝ
Μ. Καραγάτσης
 Περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του Καραγάτση θα βρείτε στον ιστοχώρο, τον αφιερωμένο στα 100 χρόνια από τη γέννησή του: http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL105/229/1692,5421/

Παράλληλα κείμενα

Ζώρζ Σαρή, Νινέτ (απόσπασμα)

Τα βράδια λοιπόν ο Πολ την έπιανε από το χέρι και περπατούσαν πάνω στην ατέλειωτη αμμουδιά και, καθώς περπατούσαν, μιλιούνια καβουράκια άνοιγαν σαν βεντάλιες μπροστά τους και το 'σκαγαν στη θάλασσα.
— Η μαμά μου φοβόταν τα καβούρια, έλεγε η Νινέτ.
— Τα καβούρια φοβούνται τον άνθρωπο, έλεγε ο Πολ.
Έργο του Ζαν Μπατίστ Γκρεζ
Χιλιάδες ερωδιοί πετούσαν πάνω από την αμμουδιά, άφοβοι, πλησίαζαν την ήρεμη επιφάνεια της θάλασσας, πετάριζαν, υψώνονταν, χαμήλωναν, διασταυρώνονταν, χώριζαν, ρόδινες μπαλαρίνες πάνω στη σκηνή ενός θεϊκού θεάτρου.
Το δειλινό μπογιάτιζε με τα χρώματα της ίριδας τα σπίτια, τους φοίνικες, τον ορίζοντα, κάποιες στητές περαστικές γυναίκες, τυλιγμένες στα φανταχτερά υφάσματά τους.
Πέρα μακριά, από την αντίθετη μεριά, σαν πίσω από ψιλό τουλπάνι, σαν σε θέατρο σκιών, οι καμήλες η μια πίσω από την άλλη ακολουθούσαν αργά το δρόμο της ερήμου, χρυσαφιές.
Όλα τα χρώματα ήταν ζεστά, άγνωστα χρώματα για τους ζωγράφους της Μονμάρτρης, χρώματα που δεν είχαν όνομα. Χρώματα που δένονταν με τους ήχους, με τη σιωπή, με τις μυρουδιές, με τους χτύπους της καρδιάς…
και ξαφνικά ο ήλιος σαν άγουρο πορτοκάλι βουτούσε μέσα στη θάλασσα και μαζί του χάνονταν τα τόσα χρώματα. Το μοναδικό μπαομπάμπ πασαλειβόταν με ασημιές σκιές και η Νινέτ πάσχιζε να μαντέψει από πού θα ξεπροβάλει η σελήνη.
— Στην Ελλάδα ξέρω, κάθομαι στη βεράντα μας και πίσω από το φαλακρό βουνό, να σου και φανερώνεται, στην ώρα της. Εδώ λες κι έρχεται από το πουθενά.
Ο Πολ τής μάθαινε να ξεχωρίζει τα σημάδια της νύχτας.
— Και η Λυ Κατόν; ρώτησε το τρίτο βράδυ η Νινέτ, γιατί άλλο δεν άντεχε το φόβο που ένιωθε γι' αυτή την εξωτική. «Την κουβάλησε ο Πολ» είχε πει η Σουζάν.
— Πήγε για λίγες μέρες στο Ντακάρ, για φωτογραφίες του Φεμινά.
— Και η Λυ Κατόν; ξαναρώτησε η Νινέτ, που ήθελε αμέσως να μάθει την αλήθεια.
Ο Πολ δεν της έκρυψε τίποτε.
— Τη γνώρισα πρόπερσι, στο βαπόρι που μας έφερνε στο Ντακάρ. Κάναμε καλή παρέα, Φλερτ, δεν το κρύβω. Κεφάτη, έξυπνη, διάολος, γεμάτη ζωντάνια, όπως τίποτε παραπάνω. Από τη στιγμή που σε είδα, στους Μαρτέν, με το πιάτο στο χέρι, σαν φρόνιμη και καλή μαθητριούλα, η Λυ Κατόν — φρστ… φρστ… — εξαφανίστηκε, τα μάτια μου έβλεπαν μόνο εσένα. Καρδιά μου, διώξε την από τις σκέψεις σου. Σ' αγαπώ.
[πηγή: Ζωρζ Σαρή, Νινέτ, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1995 (9η έκδ.), σ. 219-220]

Το εξώφυλλο του "La maternelle" του Λεόν Φραπιέ με ηρωίδα τη Ρόζα , μια κοπέλα εύπορης οικογένειας που βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σειρά από τραγικά γεγονότα που την αφήνουν αδέκαρη και άστεγη. Προσλαμβάνεται ως βοηθός σε ένα οικοτροφείο με 150 φτωχά παιδιά στο Παρίσι. Εκείνη τα φροντίζει με πολλή αγάπη και τρυφερότητα και εκείνα την υπεραγαπούν. Ένα κοριτσάκι, η Μαρί συνδέεται τόσο στενά με την Ρόζα, που ζηλεύει οποιοδήποτε τραβά την προσοχή της δασκάλα της.

Νίκης–Στέλλας Σιδερίδου, «Η πρώτη αγάπη», Το τραγούδι της μοναξιάς

Η πολιτειούλα απλώνεται ήσυχη ανάμεσα στο βουνό και τη θάλασσα, πλημμυρισμένη στο πράσινο κι αρωματισμένη με τα γιασεμιά της. Κρυστάλλινα νερά κατρακυλούν απ' τι; γύρω Βουνοκορφές, περνούν μέσα από τα περιβόλια με τις μουσμουλιές και τις βερικοκιές και χύνονται στη δροσερή θάλασσα του Κορινθιακού, θεόρατα σκιερά πλατάνια ανακατεύουν τα κλαδιά τους με τις λεύκες και τις καρυδιές, ενώ τα κυπαρίσσια υψώνουν περήφανα την κορμοστασιά τους στον ουρανό. Στους εξοχικούς δρόμους οι βατομουριές συνθέτουν με τις λυγαριές και τις ροδοδάφνες την ποιητικήν ατμόσφαιρα της μοναξιάς, ποτίζοντας την με την αψάδα τους. ενώ τα τζιτζίκια πάνω στα δέντρα τονίζουν ασταμάτητα το τραγούδι της γαλήνης και της σιωπής. Στις εξοχές της παντού βρυσούλες κελαρύζουν τα δροσόνερά τους και χάνονται μέσα στις φτέρες και τ' αγριοσέλινα. Το Βενετσιάνικο κάστρο και το γραφικό λιμανάκι κάνουν την πολιτεία να μοιάζει με μινιατούρα ξεχασμένη στον τοίχο παλιού μισογκρεμισμένου και χορταριασμένου αρχοντικού.
Στα στενά δρομάκια και στα μονοπάτια της μικρής αυτής πόλης έτυχε να γράψω την πρώτη, σελίδα της ζωής μου, που ήταν και η μόνη σημαντική.
Ήμουν δεκαεφτά χρόνων κι αγαπούσα τον Πωλ! Μέχρι τώρα μου φαίνεται περίεργο, πώς μέσα στην καρδιά της Ρούμελης, ανάμεσα σε τόσους συμμαθητές που άκουγαν στα συνηθισμένα ονόματα Γιάννης, Δημήτρης ή Θανάσης, έτυχε ν' αγαπήσω έναν Πωλ. Αλλ' αυτό ήταν μια ολόκληρη ιστορία, γιατί ο Πωλ γεννήθηκα και μεγάλωσε στην Αμερική και κείνο το χρόνο ήρθε να εγκατασταθεί με τη μητέρα του στην πατρίδα της, τη μικρή μας πόλη.
Απ' όλην αυτή την ιστορία το μόνο που είχε για μένα σημασία ήταν, άτι από την πρώτη στιγμή που τον είδα, ο Δημήτρης και ο Θάνος, που κατά καιρούς απασχολούσαν την εφηβική μου φαντασία με τρυφερά όνειρα, εξαφανίστηκαν απ' την καρδιά μου, για να δώσουν αποφασιστικά τη θέση τους στον Πωλ. Αν και η ανεμελιά μου, που με τη ζωντάνεια της μου έδινε μιαν ηγετική θέση μέσα στην τρελλοπαρέα μας, έδειχνε μια κοπέλλα ανεύθυνη κι επιπόλαιη, κατά βάθος ήμουνα πολύ σοβαρή και στοχαστική και δεν με συγκινούσε η επιφάνεια, αλλά πάντα έψαχνα να βρω την ψυχή και την ουσία των ανθρώπων και των πραγμάτων.
Έτσι εκείνο που με τράβηξε στον Πωλ ήταν η αστραφτερή προσωπικότητά του και η ψυχή που καθρεφτιζόταν στα γκριζογάλανα σαν ασημένια μάτια του και, στην πίκρα που έδειχναν τα τρυφερά του χείλη με το αιώνιο μελαγχολικό χαμόγελο. Δεν πρόσεξα αν ήταν όμορφος ή άσχημος, ψηλός ή κοντός, φτωχό:: ή πλούσιος. Ακόμα κι αυτά που ψιθύριζαν στο στενό κύκλο της επαρχιακής μας πόλης για τη γέννηση του μ' άφηναν τελείως αδιάφορη.
Εκείνο που πρωτοδιάβασα στα μάτια του Πωλ για μένα ήταν ένας απέραντος θαυμασμός — κάτι σαν ξάφνιασμα. Πολλές φορές από μικρή άκουγα να λένε πως μοιάζω σαν ξανθή νεράιδα, ή σαν βασιλοπούλα του παραμυθιού με τα γαλανά μου μάτια και τις χρυσές πλεξίδες, μα ποτέ δεν έδωσα σημασία κι αντίθετα όλ' αυτά τα κολακευτικά λόγια μ' ενοχλούσαν και τα θεωρούσα σαν ένδειξη υπερβολικής φιλοφροσύνης από τους ανθρώπους του κύκλου μου, που την επηρέαζε η υπερβολική στοργή του πατέρα μου, γιατί ήταν ο καλύτερος γιατρός στη μικρή μας πόλη. Για πρώτη φορά τώρα μέσα στο βλέμμα του Πωλ συνειδητοποίησα την αξία της ομορφιάς μου και την αποδέχτηκα, γιατί ήταν σα να πήρε ένα ιδιαίτερο νόημα για μένα με την αναγνώριση της εκ μέρους του.
Μέσα στα δικά μου όμως μάτια αστραποβολούσε η πρώτη ορμητική αγάπη για Κείνον. Γι' αυτό μ' όλο που, σαν παραχαϊδεμένο παιδί, ήμουν συνηθισμένη να ικανοποιούνται όλες μου οι επιθυμίες, μπροστά σε Κείνον έχανα την αυτοπεποίθηση μου και την ορμή και γινόμουν ένα δειλό και συνεσταλμένο κοριτσάκι, που δεν μ' αναγνώριζε πια η παλιά μου παρέα. Μα φαίνεται πως πιο αναποφάσιστος και δειλός από μένα είχε γίνει ο Πωλ.
Έργο του Γκρεζ
Κι αυτό συνεχίστηκε κι όταν ακόμα ξεθαρρευτήκαμε τόσο. ώστε να τολμούμε να κάναμε έναν περίπατο μαζί. Περπατούσαμε τότε στο μονοπάτι με τις βατομουριές πλάι-πλάι, χωρίς να μιλάμε, κι οι λυγαριές μας έστελναν το αψύ τους άρωμα — αυτό το άρωμα που έμεινε στην ανάμνηση μου σαν το πιο μεθυστικό άρωμα της Γης — που μας αγκάλιαζε κάνοντας έντονη την αίσθηση της μοναξιάς και της σιωπής. Το άγγιγμα του κορμιού του δίπλα μου με μεθούσε με μιαν ανείπωτη ηδονή και με τρέλλαινε τόσο, που έχανα την αίσθηση του χώρου και του χρόνου κι ήταν σα να υψωνόμουν μετέωρη στους κόσμους της απόλυτης ευτυχίας, στην αιωνιότητα.
Χρειάστηκε να περάσει πολύς καιρός για να τολμώ να τον κοιτάζω μέσα στα μάτια κι αυτές ήταν οι πιο ευτυχισμένες στιγμές, που γνώρισα στη ζωή. Τότε δεν υπήρχαν για μένα άλυτα φιλοσοφικά προβλήματα, ούτε και κανένα άλλο πρόβλημα απασχολούσε τη σκέψη μου, γιατί έβρισκα την απάντηση όλων μέσα στο τρυφερό και στοχαστικό βλέμμα τον Πωλ. Καμιά ευτυχία δεν μπορούσε να συγκριθεί με την πληρότητα, που ένοιωθα αυτές τις ασύγκριτες στιγμές.
Κι ο καιρός περνούσε πάνω μας φτερωτός, κι εγώ μάταια περίμενα ν' ακούσω απ' το στόμα του λόγια αγάπης, ακόμα κι όταν οι σχέσεις μας έγιναν πιο τρυφερές. Μου έπαιρνε, θυμάμαι, καμιά φορώ το πρόσωπο μου, καθώς είμαστε σκυμμένοι πάνω απ' τις πικροδάφνες ή δίπλα σε μια κρυστάλλινη πηγή, και το κρατούσε μέσα στις φούχτες του και τα μακριά του δάχτυλα έτρεμαν και μυρμήκιαζαν από τη συγκίνηση, σα να κρατούσε κάτι απίστευτα πολύτιμο και ιερό... Με κοίταζε βαθιά στα μάτια, μα ποτέ δεν δοκίμασε να με φιλήσει. Εκείνες τις στιγμές αισθανόμουν σαν να ήμουν ένα πολύ τρυφερό κι εύθραυστο τριαντάφυλλο μέσα σ' ένα σπάνιο βάζο, απ' αυτά που στόλισαν κάποτε τους τάφους των Φαραώ και που κρατούν τώρα θαμπωμένα πάνω τους τα μάτια των τουριστών με τη χρυσαφιά διαφάνεια τους στο Μουσείο του Καΐρου. Τα χέρια του μοσχοβολούσαν άλλοτε πασχαλιές κι άλλοτε θυμάρι. Κι η αναστάτωση μου γινόταν τόσο δυνατή, που μου έφερνε πόνο στην καρδιά.
Συχνά στους ατέλειωτους περιπάτους μας καθόμουν δίπλα του και κοιτούσα πέρα από το προφίλ του με τ' αδρά χαρακτηριστικά τα κυπαρίσσια να υψώνουν τους βαθυπράσινους κορμούς τους σαν θαυμαστικά στο Άπειρο. Κι όταν το βλέμμα μου σταματούσε στα καλοσχεδιασμένα χείλη του, μια ακατανίκητη έλξη με τραβούσε προς αυτόν, που μ' έκανε να αισθάνομαι πως μ' έσπρωχνε μέσα σε μιαν άβυσσο. Μα Εκείνος καθόταν ακίνητος, με το βλέμμα χαμένο στον ορίζοντα και με μιαν αδιόρατη θλίψη στην άκρη του τρυφερού στόματος...
Παρ' όλα αυτά εγώ εξακολουθούσα να κάνω τρελλά όνειρα, πως κάποτε θα μου έλεγε πως μ' αγαπάει και θα δεχότανε να παντρευτούμε και πως θα 'κανα ωραία και γερά παιδιά, που θα έμοιαζαν σε κείνον. Άλλοτε πάλι, επειδή φοβόμουν μήπως η μεγάλη του ευαισθησία τον έκανε να νοιώθει σαν τέρας μπροστά στην πεντάμορφη βασιλοπούλα, ονειρευόμουν πως ήμουν η βασιλοπούλα του παραμυθιού κι αντιμετώπιζα τέρατα και στοιχειά κι έκαιγα τα δάχτυλα μου κεριά ή έλειωνα σαράντα ζευγάρια σιδερένια γοβάκια, περνώντας βουνά, λαγκάδια και δάση, να φτάσω «στα γαλανά βουνά με τους κοκκαλένιους πύργους της αγάπης», να λυθούν τα μάγια και να λυτρωθεί το βασιλόπουλο, που η κακιά μάγισσα το μεταμόρφωσε σε τέρας.
Κι όλα αυτά τα λαχταρούσα όχι γιατί με πείραζε, εμένα, αν ο Πωλ υστερούσε σε κάτι. Εγώ τον αγαπούσα έτσι όπως ήταν. Αγαπούσα την ακτινοβολία των συναισθημάτων, που τον πλημμύριζαν και που αντικατοπτρίζονταν στο βλέμμα και τα τρυφερά του χείλη. Κι αντιμετώπιζα με τη φαντασία όλ' αυτά τα τέρατα και τα στοιχειά, γιατί ήθελα να φύγει απ' τα χείλη του η πίκρα, ήθελα να φωτίσει το τρυφερό του βλέμμα η χαρά της εφηβικής μας ηλικίας. Ήθελα να μπορούσε να μου πει πως μ' αγαπά κι ας μη μου το 'λεγε. Ήθελα να μάθω αν μ' αγαπούσε.
Άλλοτε πάλι καταριόμουν τη Μοίρα, που μου έδωσε αυτό το λυγερό κορμί, το γεμάτο χυμούς κι αστραφτερή ζωντάνεια, και λαχταρούσα να ήμουν ένα συνηθισμένο άχρωμο πλάσμα, να μπορούσε να μου μιλήσει ελεύθερα, να λύνονταν τα μάγια, που τον κρατούσαν ανήμπορο. Όμως η σκέψη αυτή μου φαινόταν τερατώδης και δεν τολμούσα να την κάνω, παρά μονάχα για χατήρι του Πωλ. Αντίθετα πίστευα πως ήμουν μικρή κι ασήμαντη μπροστά του και πως δεν του άξιζα, γιατί σε κείνον θα άξιζε μια αληθινή βασιλοπούλα του παραμυθιού. Ήθελα να ήμουν πιο μεγάλη, πιο όμορφη, πιο έξυπνη, πιο μορφωμένη, ένα πλάσμα αιθέριο, μια νεράιδα, που θα διαλυόταν κάτω από το αγκάλιασμά του και που θα τον κέρδιζε για πάντα τυλίγοντας τον με το μαγικό πέπλο της. Ίσως τότε να μ' αγαπούσε με την ίδια λαχτάρα, που τον αγαπούσα κι εγώ.
Πίνακας του Γκρεζ
Μ' όλο που βασανιζόμουν ανάμεσα σ' αυτές τις αντιθέσεις, έζησα την εποχή εκείνη μιαν ασύγκριτη ευτυχία δίπλα του, μέσα σε μια φύση καμωμένη επίτηδες για να πλαισιώσει την πρώτη αγάπη, καθώς βαδίζαμε δίπλα στις σιωπηλές λυγαριές ή ρεμβάζαμε παρακολουθώντας το βιολετί δειλινό ψηλά απ' τον 'Αη Λια του Κάστρου να βυθίζεται στην ασημένια θάλασσα.
Φαίνεται όμως ότι είναι αλήθεια. πως μια κακιά Μοίρα κατατρέχει την ευτυχία. Γιατί τώρα που τελείωσα το Γυμνάσιο, ο πατέρας μου ήθελε να με στείλει δυο - τρία χρόνια στην Αγγλία, όπου ήταν εγκατεστημένη μια θεία μου. για να συμπληρώσω τις σπουδές μου στην Αγγλική γλώσσα και Φιλολογία. Όχι πως επηρεάστηκε απ' τα σχόλια του κόσμου. Εκείνος ποτέ δεν πήρε στα σοβαρά το σύνδεσμό μου με τον Πωλ. Πίστευε πως ήταν ένα καπρίτσιο ενός παραχαϊδεμένου παιδιού και του έκανε την ίδια εντύπωση, όπως και αν μου άρεσε να κάνω βόλτες μ' ένα τεράστιο λυκόσκυλο ή να παίζω με μια μαϊμού.
Για μένα η απόφαση του ήταν κάτι το εφιαλτικό, θα έκανα το παν για να μην πραγματοποιηθεί, αν μου έδινε λίγο θάρρος ο Πωλ. Εκείνος όμως στην απελπισία μου αντέταξε μια παράλογη ψυχραιμία και μου είπε πως έπρεπε ν' ακούσω τον πατέρα μου και να χωριστούμε. Μου έλεγε πολλά για να με πείσει, μα εγώ δεν άκουγα τίποτε άλλο. Κοίταζα μόνο τα μάτια και τα χείλη του, που θα τα έχανα για τόσον καιρό, κι η απόγνωση μου μού θόλωνε το μυαλό. Τα μάτια μου είχαν βουρκώσει κι ίσως γι' αυτό μου φάνηκαν τα δικά του μάτια πιο σκοτεινά και σαν θολά από συγκρατημένα δάκρυα κι η γραμμή της πίκρας στην άκρη των χειλιών του πιο έντονη.
Τότε του είπα πως τον αγαπώ, πως δεν μπορούσα να ζήσω χωρίς εκείνον, πως ήθελα να παντρευτούμε και να ζήσω κοντά του ως το θάνατο. Τον ικέτευα να μη μ' αφήσει να φύγω, να με κρατήσει σφιχτά στην αγκαλιά του για πάντα. Ούτε θυμάμαι τί του έλεγα μέσα στην απελπισία μου. Τότε το βλέμμα του έγινε σκληρό κι απόμακρο και μου είπε πως εκείνος ήθελε προς το παρόν την ελευθερία του και πως είχαμε καιρό να σκεφτούμε, σ' αυτό το διάστημα που θα έλειπα. Έφυγα, αφού τον παρακάλεσα τουλάχιστον να μου γράφει εκεί στην ξενιτειά.
Κι όμως δεν πήρα ποτέ απάντηση στα γράμματα μου, που όλο γίνονταν και πιο θερμά, πλημμυρισμένα από έναν πόθο ασυγκράτητο, που κατρακυλούσε στις σελίδες τους σαν ορμητικός χείμαρρος. Αντίθετα έφταναν ως εμένα ακαθόριστες φήμες για ξενύχτια και όργια, για φτηνές περιπέτειες κι εύκολες γυναίκες. Έμαθα ακόμα, πως όταν έφυγα έσπασε το βιολί του, που όταν το έπαιζε για μένα, μ' έκανε να χάνοι την αίσθηση του υλικού κόσμου, άλλοτε βυθίζοντας με σ' έναν ωκεανό τρυφερότητας κι άλλοτε αναστατώνοντας με από ένα βίαιο πάθος. Τώρα συνόδευε με μια κιθάρα τα ξενύχτια της τρελλοπαρέας.
Άρχισα ν' αμφιβάλλω, αν με είχε αγαπήσει ποτέ, κι ενώ γινόμουν τρελλή από τη ζήλεια και καιγόμουν από τον πόθο να ήμουν το χειρότερο τρελλοκόριτσο της παρέας, μόνο για να αισθανόμουν, έστω και μια φορά ν' ακουμπούσαν τα χείλη του πάνω στα δικά μου, από αντίδραση προσπαθούσα να ξεχαστώ στη συντροφιά κανενός απ' τους ξανθούς νεαρούς, που με τριγύριζαν μέσα στην καταχνιά του New Castle. Μα κανείς δεν μπορούσε να σβήσει από τη μνήμη και τη φαντασία μου τον Πωλ. Όλοι μου φαίνονταν άψυχα ανέκφραστα αγάλματα νεκρής πόλης χαμένης εποχής, που κάποιος μάγος τους έδωσε ζωή και με σπασμωδικές κινήσεις χόρευαν γύρω μου, σαν μαριονέττες.
Απελπισμένη στεκόμουν στις όχθες του Tyne, που χωρίζει το Ντάραμ από το Νορθάμπερλαντ, κυλώντας τα νερά του τόσο ήσυχα, ώστε να μην μπορείς να καταλάβεις από πού έρχεται και πού πηγαίνει. Κοίταζα μελαγχολικά το Νορθάμπερλαντ και μου φαινόταν τόσο κοντινό, αλλά σύγχρονος και τόσο μακρινό κι απρόσιτο, σα να βρισκόταν η ευτυχία μου εκεί απέναντι, στην άλλη όχθη του ποταμού, κι εγώ μάταια άπλωνα τα χέρια μου για να τη φτάσω...
Πνιγμένη μέσα στον ωκεανό της απελπισίας μου, ήμουν αποφασισμένη να δώσω ένα τέλος σ' αυτό το μαρτύριο με την ξαφνική επιστροφή μου στην Ελλάδα, όταν έφτασε σε μένα το μήνυμα του θανάτου του Πωλ! Τότε ο κόστος καταποντίσθηκε γύρω μου και πίστεψα πως η ζωή είχε τελειώσει για μένα...
Κι ωστόσο η ζωή συνεχίστηκε, γιατί δεν τελειώνει παρά μονάχα με το θάνατο. Έτυχε μάλιστα να παντρευτώ και να κάνω ένα χαριτωμένο παιδί. Έτυχε ακόμα ο άντρας μου να είναι πολύ πλούσιος και να μου προσφέρει την πολυτέλεια της αδιάκοπης αλλαγής. Γιατί ταξίδεψα πολύ και γνώρισα με τις καλύτερες συνθήκες τα ωραιότερα μέρη της Γης, έχοντας πάντα γύρω μου ανθρώπους εξαιρετικούς. Τίποτε όμως δεν μπόρεσε να σβήσει απ' την καρδιά μου τη μορφή του Πωλ, που με ακολουθεί παντού, μελαγχολικά πλαισιωμένη απ' τα ρομαντικά τοπία της μακρινής μου Πατρίδας.
Κι όπου κι αν βρίσκομαι η ψυχή μου πετάει στην όμορφη μικρή μας πόλη, εκεί όπου τα πάντα ευωδιάζουν απ' τ' αρώματα των λουλουδιών, όπου τα τζιτζίκια συνθέτουν τη μελωδία της σιωπής κι οι κρύες βρυσούλες ποτίζουν αιώνια τη μοναξιά, κατρακυλώντας τα γάργαρα νερά τους ανάμεσα στ' αγριοσέλινα, τα πολυτρίχια, τους μενεξέδες και το φλησκούνι. Εκεί όπου αγκαλιά με τις πικροδάφνες και τις λυγαριές μπορεί ν' ανθίζει η πρώτη αγάπη κι όπου έχει καταφύγει η ομορφιά κι η αλήθεια της ζωής. Η ποίηση του κόσμου...
Και δεν λυπάμαι γιατί η ζωή δεν μου ξανάδωσε τις ανεπανάληπτες εκείνες συγκινήσεις της πρώτης μου αγάπης, που στάθηκε και η μοναδική της ζωής μου, αλλά γιατί λείπει από τις αναμνήσεις μου η πρώτη ερωτική εξομολόγηση κι ένα αδέξιο τρυφερό φιλί από Κείνον, που γέμισε την καρδιά μου για πάντα με την παρουσία του. Κι είναι στιγμές που η αμφιβολία μου βαραίνει την ψυχή, αν είχε ποτέ ανταπόκριση η αγάπη εκείνη, που σφράγισε όλη μου τη ζωή με το παράπονο του ανεκπλήρωτου...
[πηγή: Μικρός Απόπλους]

Λιλίκας Νάκου, Η κυρία Ντορεμί (αποσπάσματα)

ΕΝΑΣ ΜΗΝΑΣ κύλησε χωρίς μεγάλες στεναχώριες. Αν εδίδασκα μόνο Γαλλικά στο Γυμνάσιο, θα
Πορτρέτο κοριτσιού του Γκρεζ
τα κατάφερνα, νομίζω, καλά. Ακόμα και οι μεγάλοι της Έκτης στην αρχή κάθονταν μαζί μου καλά. [...]
Καταλαβαίνει κανείς εύκολα εάν μπορούν να ενδιαφερθούν για το μάθημα της Ωδικής παιδιά, σχεδόν άντρες πια, που το μεγαλύτερο ενδιαφέρον τους στρέφεται στα όπλα. Πώς να τους μάθεις τις νότες, το σολφέζ, χωρίς να σε πάρουν στην κοροϊδία; [...] Α, δε θα ξεχάσω ποτέ εκείνη την περίοδο της ζωής μου. Είχα χάσει τον ύπνο μου. Τα παιδιά της έκτης δεν ήθελαν να μάθουν τις νότες. Σχεδίαζα πάνω στον μαυροπίνακα το πεντάγραμμο, τους έδειχνα τις νότες, τις τραγουδούσα, τους μάθαινα το ντο-ρε-μι. Ήταν αδύνατο όμως να τα πούνε σωστά. Τα 'λεγαν «κουλουράκια».
— Ίντα μαθές είν' αυτό το στρόγγυλο στην τρίτη γραμμή; μου φώναζαν περιγελαστικά.
— Κι αυτό κάτω από τις γραμμές, που μοιάζει αβγό με άχυρο στη μέση, ίντα 'ναι;
— Το «ντο»! απαντούσα εγώ αυστηρά, ενώ ίδρωνα από αγωνία.
[...]
Στις αρχές πήγαινα κοντά στα παιδιά, έπαιρνα το δεξί τους χέρι και τους μάθαινα πώς να κρατάνε το χρόνο.
— Ένα! Δύο! Τρία! Τέσσερα! Ένα ολόκληρο, παιδιά, αξίζει τέσσερους χρόνους. Λοιπόν ας αρχίσουμε όλοι μαζί: Ντό-ο-ο-ρέ-ε-ε-μί-ι-ι... τρεις χρόνοι... Καταλάβατε τώρα;
Δεκάδες μάτια με κοίταζαν περιγελαστικά. Κι ο μαθητής που του κρατούσα το χέρι για να βαστά το χρόνο ήταν ένα παλικάρι ως εκεί πάνω, ένα μέτρο κι ογδόντα. Κι αυτό το μικροσκοπικό γυναικάριο που ήμουν εγώ, που ίδρωνε και ξίδρωνε για να τους μάθει τις νότες, θα τους φαινότανε σίγουρα πολύ γελοίο.
-Ίντα κοπελιά μάς στείλανε για δασκάλα; Μια πιθαμή!... θα λέγανε και θα 'σκαζαν στα γέλια.
Και δώσ' του εμένα να τρέχει ο ίδρωτας. Μόλις έβγαινα απ' την τάξη, έπρεπε να πάω τρεχάλα στο δωμάτιό μου ν' αλλάξω πουκάμισο, γιατ' ήμουν μουσκίδι. Κέρδιζα δηλαδή το ψωμί μου όχι απλώς με τον ιδρώτα του προσώπου μου, όπως λέει το ρητό, αλλά με ποτάμι από ιδρώτα.
Οι πιο μεγάλοι της τάξης, που θα ήταν 24 ως 25 χρονών, αυτοί κάθονταν στα τελευταία θρανία. Ξαπλώνονταν εκεί και διάβαζαν μαθηματικά ή ό,τι άλλο δείχνοντας ολοφάνερα την αδιαφορία, την προπέτειά τους σε μένα και στο μάθημα που δίδασκα. Αυτό με πλήγωνε περισσότερο απ' όλα. Τους έκαμα πολλές φορές παρατήρηση γι' αυτό και τους είπα να μην έρχονται στην τάξη.
— Ερχόμαστε μονάχα για να μη μας βάλεις απουσία, απάντησαν με αναίδεια. Αυτό μας έλειπε τώρα, να ξελαρυγγιαζόμαστε με τα κουλουράκια που γράφεις αυτού στο μαυροπίνακα...
Μια μέρα που έμπαινα στην τάξη, ένας απ' αυτούς τους μεγάλους, σηκώθηκε, μ' έδειξε στους άλλους με το δάχτυλο και φώναξε γελώντας:
— Να την! Έρχεται η κυρία Ντορεμί!...
Όλη η τάξη άρχισε τότε να κάνει καζούρα και να φωνάζει:
— Η κυρία Ντορεμί! Η κυρία Ντορεμί!...
[...]
— Ε, καλημέρα παιδιά, καλημέρα... Ωραίο όνομα μου χαρίσατε, τρεις όμορφους ήχους μουσικής... Τι καλύτερο απ' αυτό! Έτσι δε θα με ξεχάσετε εύκολα, όταν φύγω από την Κρήτη...
Τότε ένας νέος σηκώθηκε άξαφνα και με ρώτησε:
— Γιατί το λέτε, αυτό, δεσποινίς Μακρή; Δεν πρόκειται να μας φύγετε, πιστεύω.
— Αν εξακολουθήσετε να μου φέρνεστε έτσι, θα ζητήσω εξάπαντος από το Υπουργείο να με μεταθέσουν κάπου αλλού...
Τότε ο νέος γύρισε προς τους συμμαθητές του και τους φώναξε αγαναχτισμένος:
— Βλέπετε τι βλάκες που είστε; Θα την κάμετε τη γυναίκα να πάρει τα μάτια της και να φύγει από τον τόπο μας! Ντροπή μας! Αυτή φταίει αν το μάθημα της μουσικής θεωρίας δε σας ενδιαφέρει; Τέτοιο είναι το πρόγραμμα του Υπουργείου!... Τι θέλετε να κάμει αυτή; Ν' αλλάξει το πρόγραμμα; Μια φορά που είχαμε κι εμείς την τύχη να μας φέρουν καλή δασκάλα, της φερνόμαστε σαν άγριοι! Ναι, ντροπή μας!...
Είχε επιβολή αυτός ο νέος στους συμμαθητές του, καθώς φαίνεται, γιατί αμέσως σώπασαν οι άλλοι.
[πηγή: Λιλίκα Νάκου, Η κυρία Ντορεμί, Δωρικός, Αθήνα 1997, σ. 67-70]

Ιωάννη Κονδυλάκη, Όταν ήμουν δάσκαλος (απόσπασμα)

Τα μαθήματα ήρχισαν με μίαν προσλαλιάν προς τους μαθητάς, εις την οποίαν είπα τα εξής περίπου:

«Δεν είμαι από τους δασκάλους τους οποίους εγνωρίσατε μέχρι τούδε. Θέλω να γίνω φίλος σας και όχι τύραννος, να σας φανώ ωφέλιμος και όχι να σας κάμω δειλούς και ταπεινούς· να με σέβεσθε και να με αγαπάτε και όχι να με τρέμετε. Μερικοί από σας άλλως τε κοντεύει να έχετε την ηλικίαν μου. Έως χθες ήμουν κι εγώ μαθητής και δεν επιθυμώ να με μισήσετε, όπως εμίσησα εγώ μερικούς από τους δασκάλους μου. Δεν θ' απαιτώ να μαθαίνετε μεγάλα πράγματα, τα οποία να μη σας αφήνουν καιρόν να παίζετε, ως απαιτεί η ηλικία σας. Αλλά τα ολίγα αυτά εννοώ να τα μαθαίνετε καλά. Φρονώ ότι με το γλυκύ θα κάμωμεν καλύτερα την εργασίαν μας, ενώ οι άλλοι δάσκαλοι νομίζουν απαραίτητον το ξύλον και τας ύβρεις. Σας παρακαλώ, μη με αναγκάσετε να πιστεύσω ότι έχω άδικον και ότι έχουν δίκαιον οι άλλοι δάσκαλοι».
Οι μαθηταί μου ήκουσαν τους λόγους μου με έκπληξιν, ήτις επί τέλους μετεβλήθη εις ακτινοβόλημα χαράς.
 — Λοιπόν, είσθε σύμφωνοι; τους ηρώτησα.
 — Σύμφωνοι, απήντησαν.
Και ετήρησαν την υπόσχεσίν των, όπως ετήρησα κι εγώ την ιδικήν μου.

[πηγή: Ιωάννης Κονδυλάκης, Όταν ήμουν δάσκαλος και άλλα διηγήματα, Νεφέλη, Αθήνα 1988, σ. 18-19]

Πηγή για τους πίνακες του Γκρεζ: https://wikis.engrade.com/a244


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.