Σάββατο, 2 Μαΐου 2015

"Τα πετρογέφυρα της Ηπείρου": Πρόγραμμα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης «Ποτάμια που χωρίζουν – γεφύρια που ενώνουν»



1.  Εισαγωγή
   Η κατασκευή ενός γεφυριού είχε ανέκαθεν πάρα πολύ μεγάλη σημασία. Γιατί το γεφύρι ήταν αυτό που θα έφερνε κοντά ανθρώπους, αγαθά, πολιτισμούς και γνώσεις και θα συνέβαλε στην ανάπτυξη της κάθε περιοχής.
   Την απόφαση για το χτίσιμο ενός γεφυριού την έπαιρναν οι προύχοντες της περιοχής ή και άτομα που έχοντας την ανάλογη οικονομική επιφάνεια, αναλάμβαναν να χρηματοδοτήσουν την κατασκευή. Η ονομασία που δινόταν στο γεφύρι ήταν προς τιμήν του χορηγού ή αν δεν υπήρχε χορηγός το γεφύρι έπαιρνε το όνομά του από το ποτάμι ή το πλησιέστερο χωριό. Άλλες φορές όταν χτιζόταν σε ιδιόκτητη περιοχή, έπαιρνε το όνομα του ιδιοκτήτη ή και το όνομα από κάποιο θρύλο που το περιέβαλλε.
   Πρωταρχικό μέλημα για την κατασκευή ενός γεφυριού ήταν η σωστή επιλογή της θέσης. Στις ορεινές και βραχώδεις περιοχές, το στενότερο μέρος του ποταμού και οι βραχώδεις όχθες για την καλή θεμελίωση ήταν αυτές που καθόριζαν τη θέση του γεφυριού. Αντίθετα στις πεδινές περιοχές οι δρόμοι και τα μονοπάτια ήταν αυτά που καθόριζαν τη θέση. Γενικά το πλάτος και το βάθος της κοίτης του ποταμού, καθώς και η μορφολογία του γύρω εδάφους ήταν τα στοιχεία που καθόριζαν τη μορφή του γεφυριού, δηλαδή τον αριθμό των τόξων, το άνοιγμά τους, την καμπυλότητά τους και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του.
   Αυτή τη μορφή την αποφάσιζε ο πρωτομάστορας (κάλφας), που αναλάμβανε την κατασκευή του έργου. Κάτω από την καθοδήγησή του εργαζόταν το μπουλούκι. Αυτό αποτελείτο από κάθε λογής μαστόρους, χτίστες, μαραγκούς, πελεκάνους, λασπατζήδες, νταμαριτζήδες και πολλά «τσιράκια» που ήταν κυρίως μικρά παιδιά που μάθαιναν την τέχνη. Σημαντικό ρόλο έπαιζαν και τα ζώα, κυρίως μουλάρια, που ήταν ανθεκτικότερα και εξυπηρετούσαν στις μεταφορές των υλικών.
   Η κατασκευή ξεκινούσε από τη θεμελίωση του γεφυριού. Στην περιοχή που οι όχθες ήταν βραχώδεις, η θεμελίωση γινόταν εύκολα και σίγουρα πάνω στους βράχους. Στην περίπτωση που το άνοιγμα του ποταμού ήταν μεγάλο και δεν υπήρχαν βραχώδεις όχθες, η θεμελίωση γινόταν μέσα στην κοίτη του ποταμού. Η αρχή γινόταν με έναν ξύλινο σκελετό, που λειτουργούσε ως υπόβαθρο για να στηριχτεί το κυρίως ξύλινο καλούπι της καμάρας. Στη συνέχεια μετρούσαν και πελεκούσαν τις απαραίτητες πέτρες. Ξεκινούσε το χτίσιμο ταυτόχρονα και από τις δύο πλευρές και πάντα από κάτω προς τα πάνω. Η τελευταία κεντρική πέτρα που έμπαινε στο κέντρο της καμάρας, ονομαζόταν κλειδί και είχε ιδιαίτερη στατική σημασία. Ως συνδετικό υλικό χρησιμοποιούσαν λάσπη που περιείχε τρίμμα κεραμιδιού και ελαφρόπετρας, χώμα, νερό, άχυρα, τρίχες από κατσίκια και ασπράδια από πολλά αυγά – το λεγόμενο κουρασάνι. Αναπόσπαστο τμήμα των γεφυριών είναι τα λιθόστρωτα μονοπάτια και οι τοίχοι αντιστήριξης, που χτίζονταν για να εξασφαλίσουν την ασφαλή πρόσβαση στο γεφύρι.


2.  Το γεφύρι της Άρτας




Το Γεφύρι της Άρτας (στη λαϊκή παράδοση γιοφύρι της Άρτας) είναι λιθόκτιστη γέφυρα του ποταμού Άραχθου, του 17ου αιώνα μ.Χ., στην πόλη της Άρτας. Η αρχική κατασκευή του γεφυριού τοποθετείται στα χρόνια της κλασικής Αμβρακίας επί βασιλέως Πύρρου Α΄. Τη σημερινή του μορφή, το Γεφύρι της Άρτας απέκτησε το έτος 1602-1606 μ.Χ. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι τη χρηματοδότηση της κατασκευής του Γεφυριού της Άρτας έγινε από έναν Αρτινό παντοπώλη, τον Ιωάννη Θιακογιάννη ή Γυφτοφάγο. Το σημερινό μήκος του πέτρινου γεφυριού της Άρτας φτάνει στα 145 m. και το πλάτος του είναι 3,75 m. Οι τέσσερις ημικυκλικές καμάρες δεν έχουν καμία συμμετρία μεταξύ τους. Τα βάθρα του είναι κτισμένα με μεγάλους κανονικούς λίθους κατά το ισοδομικό σύστημα, με επίστεψη, έτσι που θυμίζουν τοιχοποιία ελληνιστικών μεγάρων. Σύμφωνα με την παράδοση, το γεφύρι χτίστηκε από κάποιον Αρταίο ορθόδοξο παντοπώλη. Κατά το δημοτικό τραγούδι που ανήκει στα άσματα του ακριτικού κύκλου, 1300 κτίστες, 60 μαθητές, 45 μάστοροι (μηχανικοί) υπό τον Αρχιμάστορα, προσπαθούσαν να κτίσουν τη γέφυρα της οποίας τα θεμέλια κάθε πρωί ήταν κατεστραμμένα:
«Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
γιοφύρι εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.
Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν…»
Τελικώς -σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση- ένα πτηνό με ανθρώπινη φωνή γνωστοποίησε πως για να στεριώσει η γέφυρα απαιτείται η ανθρωποθυσία της συζύγου του Πρωτομάστορα. Το οποίο και έγινε με κατάρες που καταλήγουν σε ευχές.





 3.  Το γεφύρι της Πλάκας


Το γεφύρι της Πλάκας ήταν ένα πέτρινο τοξωτό γεφύρι στον Άραχθο ποταμό. Βρισκόταν στο Δήμο Πραμάντων σε απόσταση 50 χιλιομέτρων από τα Γιάννενα και ένωνε τους νομούς Ιωαννίνων και Άρτας. Πήρε το όνομά του από το "Σύμφωνο της Πλάκας" που υπογράφηκε στην περίοδο της Κατοχής, σε ένα χάνι της περιοχής, σε κοντινή απόσταση από το γεφύρι. Στο σημείο όπου χτίστηκε το γεφύρι της Πλάκας υπήρχε μια παλαιά γέφυρα η οποία καταστράφηκε το 1860. Το 1863 ξαναχτίστηκε από την αρχή από το μάστορα Γιωργή από την Κόνιτσα με χορηγία του επιχειρηματία Γιάννη Λούλη. Η γέφυρα αυτή γκρεμίστηκε σχεδόν την ημέρα των εγκαινίων της. Το 1866 ξαναχτίστηκε με κτίστη τον Κωνσταντίνο Μπέκα από τα Πράμαντα. Το κόστος του χτισίματος έφτασε τα 180.000 οθωμανικά γρόσια. Το ποσό καλύφθηκε και πάλι από το Λούλη και από συνδρομές κατοίκων από τις γύρω κοινότητες. Τη δεκαετία του 1880 ο ποταμός Άραχθος ήταν το σύνορο της Ελλάδας με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη συγκεκριμένη περίοδο σταμάτησε να χρησιμοποιείται. Μετά το 1928 γίνανε διάφορες απόπειρες συντήρησης και παράλληλα δημιουργήθηκε νέος δρόμος που ένωνε τις κοινότητες. Χτισμένο από πέτρα, ήταν μονότοξο, με άνοιγμα κάμαρας 40 μέτρα, ύψος 19 μέτρα και με άνοιγμα στην κορυφή 3,2 μέτρα. Θεωρούνταν το μεγαλύτερο μονότοξο γεφύρι των Βαλκανίων. Για το χτίσιμο του γεφυριού υπάρχει η παράδοση ότι στέριωσαν άνθρωπο στα θεμέλιά του. Άλλοι ισχυρίζονταν ότι έβαλαν έναν Τούρκο κι άλλοι μια επιληπτική κοπέλα από το χωριό Μονολίθι. Επίσης διάφορα τραγούδια έχουν γραφτεί για το γεφύρι, όπως ‘’Το καμάρι της Άρτας’’ και το δημοτικό τραγούδι που έγραψαν οι Ηπειρώτες μετά την απόκλιση του γεφυριού από τους Τούρκους. Το κεντρικό του τόξο κατέρρευσε την 1η Φεβρουαρίου 2015 από ισχυρές βροχοπτώσεις, πολλοί όμως ισχυρίζονται πως έπεσε από την εγκατάλειψη.







4.  Το γεφύρι του Παπαστάθη

Μέσα στη χαράδρα του Άραχθου ποταμού, μεταξύ Δρίσκου και Ανατολικής βρίσκεται καλά κρυμμένο το γεφύρι του Παπαστάθη. Για την κατασκευή του γεφυριού υπάρχουν αρκετές παραδόσεις και διάφορες εκδοχές για το χορηγό και την ονομασία του. Στις παραδόσεις αυτές αναφέρεται ότι το γεφύρι έχτισε το 1746 ο Ηγούμενος της Μονής Βίλιζας Αγάπιος δαπανώντας 175 βενέτικα φλουριά. Για να τελειώσει όμως το έργο χρειάστηκαν άλλα τόσα τα οποία με πολύ κόπο μάζεψαν οι χωρικοί των γύρω χωριών. Ήταν πολύ μεγάλη η ανάγκη να γίνει το γεφύρι γιατί ο Άραχθος σε αυτό το σημείο έπνιγε κάθε χρόνο 3 με 4 ανθρώπους. Κάποιες απ’ αυτές τις παραδόσεις επιχειρούν να ερμηνεύσουν και το όνομα του γεφυριού, θεωρώντας ότι Παπαστάθης ήταν το όνομα του ηγούμενου. Άλλες πάλι αναφέρουν ότι τα χρήματα που δόθηκαν για την κατασκευή του γεφυριού προέρχονταν από κάποιους ληστές, που θέλησαν να κλέψουν το μοναστήρι, αλλά με θαυματουργό τρόπο τράπηκαν σε φυγή και εγκατέλειψαν τα χρήματα. Το γεφύρι είναι τετράτοξο με άνοιγμα τόξου 23,70 μέτρα, 12 μέτρα, 10 μέτρα και 4,20 μέτρα και ύψος τόξου 8,70 μέτρα, 4,80 μέτρα, 5,60 μέτρα και 2,40 μέτρα αντίστοιχα. Το μήκος του καταστρώματος είναι 85 μέτρα, ενώ το πλάτος του 2,70 μέτρα. Ο τοπικός μύθος λέει πως όταν ο Άραχθος αγριεύει και κάνει μεγάλες κατεβασιές το βράδυ μπορεί κάποιος να ακούσει τις φωνές ενός Αράπη και ενός κόκορα οι οποίοι χτίστηκαν στα θεμέλια του γεφυριού. . Όταν χτιζόταν το γεφύρι ο Παπαστάθης έριξε λίρες στα θεμέλια. Ακόμα, ο ποιητής Κώστας Κρυστάλλης σε ένα διήγημά του περιγράφει μια διαδρομή μέσω γέφυρας Παπαστάθη. Η σημερινή του κατάσταση είναι πολύ καλή.






5.  Το γεφύρι της Κόνιτσας

Το γεφύρι της Κόνιτσας βρίσκεται στην νοτιοδυτική άκρη της πόλης, ακριβώς στην είσοδο της χαράδρας του Αώου. Το γεφύρι χτίστηκε το 1871 από τον πρωτομάστορα Ζιώγα Φρόντζο και την ομάδα του, που ήταν περίπου 50 άτομα, με τη χορηγία του Ιωάννη Λούλη και άλλων κατοίκων της πόλης. Η κατασκευή του στοίχισε συνολικά 120.000 Τούρκικα γρόσια. Πριν να χτιστεί το τωρινό γεφύρι υπήρξε μια σειρά από άλλα γεφύρια για να πάψουν να πνίγονται οι άνθρωποι ιδίως τους μήνες του χειμώνα. Στη μέση υπήρχε και υπάρχει ακόμα ένα καμπανάκι το οποίο προειδοποιούσε όταν η στάθμη του νερού ανέβαινε. Το γεφύρι είναι μονότοξο, με άνοιγμα τόξου 35,60 μέτρα, ύψος 19,25 μέτρα και πλάτος καταστρώματος 3 μέτρα. Η σημερινή του κατάσταση είναι πολύ καλή.
 
 


6.  Το γεφύρι του Πλακίδα ή Καλογέρικο

Κοντά στους Κήπους Ζαγορίου, 39 χλμ. από τα Γιάννενα, βρίσκεται το ωραιότατο τρίτοξο γεφύρι. Λέγεται καλογερικό γιατί από ξύλινο που είχε φτιάξει ο Ρούσσης από τους Νεγάδες για να πηγαίνουν στο μύλο οι κάτοικοι, έφτιαξε πέτρινο ο ηγούμενος Σεραφείμ από το μοναστήρι του Προφήτη Ηλία το 1748.
Πήρε και το όνομα Πλακίδα γιατί το επισκεύασαν το 1863 ο Αλέξης και ο Ανδρέας Πλακίδας που ήταν από το Κουκούλι. Τότε επισκεύασαν και την κοντινή βρύση που λέγεται : «Βρύση του Πλακίδα».

Το 1912, ο Ευγένιος Πλακίδας διέθεσε χρήματα για νέα επισκευή. Μέχρι το 1964 έγιναν άλλες τρεις επισκευές και ο Γεώργιος Μυλωνάς, υπουργός προεδρίας της κυβερνήσεως, το κατέταξε στα διατηρητέα γεφύρια.
Ο νερόμυλος που λειτουργούσε πλάι από το γεφύρι, είχε και νεροτριβή. Οι κληρονόμοι του μυλωνά, τον πούλησαν στο μοναστήρι του Αϊ Λιά της Βίτσας και τελικά έγινε κτήμα του χωριού Κουκούλι το 1851. Ο μύλος σήμερα είναι γκρεμισμένος και έμεινε μόνο το γεφύρι που τον εξυπηρετούσε.

 






 7.  Το γεφύρι του Μίσιου 

 
Η «γέφυρα του Μίσιου» βρίσκεται στο παλιό μονοπάτι που ένωνε το Κουκούλι με τη Βίτσα και κτίσθηκε το 1748 με δαπάνες της οικογένειας του Αλέξη Μίσιου από το Μονοδέντρι. Είναι αξιοσημείωτο ότι την ίδια χρονιά και πάλι η οικογένεια του Αλέξη Μίσιου έδωσε χρήματα για την κατασκευή και μιας δεύτερης γέφυρας, στο Ανατολικό Ζαγόρι αυτή τη φορά, της γέφυρας της Βωβούσας. Το πέτρινο αυτό γεφύρι είναι κτισμένο στην είσοδο της χαράδρας του Βίκου, πάνω στον ποταμό «Ξεροπόταμο», σ’ ένα σημείο όπου όπως γράφει ο Ιωάννης Λαμπρίδης, η οικογένεια Μίσιου διατηρούσε υδρόμυλο, ο οποίος λειτουργούσε ως τα τέλη του 19ου αιώνα. Το γεφύρι του Μίσιου είναι ένα καλοδιατηρημένο δίτοξο γεφύρι, με καμάρες διαφορετικού Μεγέθους. Το άνοιγμα του μεγάλου του τόξου είναι περίπου 18 μέτρα και το ύψος του αγγίζει τα 10 μέτρα, ενώ το μικρότερο έχει διαστάσεις 6 και 5,5 μέτρων αντίστοιχα.




8.  Δικτυογραφία – Βιβλιογραφία
apeirosgaia.wordpress.com
Εύη Μπεληγιάννη – Αναζητώντας τα πέτρινα γεφύρια της Ελλάδας – Εκδοτικός Οίκος Α. Α. ΛΙΒΑΝΗ


Οι μαθήτριες: Τζημοπούλου Έλενα, Τότσκα Ευαγγελία







 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.