Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ ΤΩΝ ΠΟΤΑΜΩΝ -ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ: "ΠΟΤΑΜΙΑ ΠΟΥ ΧΩΡΙΖΟΥΝ-ΓΕΦΥΡΙΑ ΠΟΥ ΕΝΩΝΟΥΝ"



Εισαγωγή

Από τους προϊστορικούς χρόνους ο άνθρωπος αναγνώρισε την αξία των ποταµών για τη ζωή του και γι’ αυτό ανέπτυξε οικισµούς και µεγάλους πολιτισµούς κοντά στις όχθες τους. Ο ποταµός παρείχε στον άνθρωπο εύκολη πρόσβαση στο νερό για διάφορες χρήσεις αλλά και ευκαιρίες για να εξασφαλίσει την τροφή του. Επίσης αξιοποίησε τις δυνατότητες που του προσφέρονταν για να µετακινηθεί ο ίδιος και να μεταφέρει αγαθά. Σε περιπτώσεις συγκρούσεων, ο ποταµός ήταν ένα φυσικό αµυντικό στοιχείο. Όταν άρχισε να καλλιεργεί τη γη διαπίστωσε ότι τα πληµµυρικά φαινόµενα δηµιουργούσαν εύφορο έδαφος για την καλλιέργεια διαφόρων προϊόντων. ∆εν είναι τυχαίο ότι µεγάλες ή µικρές πόλεις έχουν αναπτυχθεί κατά µήκος ποταµών. Άλλες παραδοσιακές χρήσεις του νερού των ποταμών, που θα αναλυθούν παρακάτω, είναι οι νεροτριβές, οι νερόμυλοι, η κατασκευή φραγμάτων για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, οι περαταριές και  η αλιεία στα ποτάμια.

Νεροτριβές
Η νεροτριβή ήταν η πιο απλή από όλες τις υδροκίνητες εγκαταστάσεις. Ήταν υπαίθρια ή στεγασμένη και χρησίμευε για την επεξεργασία των μάλλινων υφαντών στο στάδιο κατασκευής τους  ή στο ετήσιο πλύσιμό τους. Η νεροτριβή είναι ένας ξύλινος κάδος σε σχήμα κώνου. Συναρμολογείται από σφηνωμένες μεταξύ τους πλανισμένες σανίδες σε σχήμα σφήνας και δένεται περιφερειακά με σιδερένια τσέρκια. Το μεγαλύτερο μέρος του βρίσκεται χωμένο βαθιά στο έδαφος, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος να ανοίξουν τα τοιχώματα από την πίεση του νερού. Στην Πελοπόννησο λειτούργησαν δύο τύποι νεροτριβής: οι γυριστές, με μεγαλύτερη διάμετρο, στις οποίες το νερό εκτοξευόταν από το στόμιο του βαγενιού στο τοίχωμά του, δημιουργώντας περιστροφική κίνηση και οι βουτηχτές, στις οποίες το βαγένι ήταν πιο όρθιο και το νερό εκτοξευόταν σχεδόν κατακόρυφα.


Νερόμυλοι

Ιστορία του νερόμυλου
 Ο νερόμυλος είναι η πρώτη μηχανή που κατασκεύασε ο άνθρωπος, η οποία χρησιμοποιεί ανανεώσιμη πηγή ενέργειας για την παραγωγή έργου. Ο νερόμυλος είναι μια από τις αρχαιότερες μηχανές που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος. Υπάρχουν ευρήματα μυλόλιθων και τριπτήρων από τη Νεολιθική εποχή, με τα οποία οι άνθρωποι άλεθαν σιτάρι. Το 16ο αιώνα π. Χ., εμφανίζεται ο χειρόμυλος στην Κύπρο, που είναι πρόγονος του σημερινού μύλου. Νερόμυλοι στην  κεντρική  αγορά της Αθήνας αποδεικνύουν ότι η τέχνη του νερόμυλου έχει πλέον τελειοποιηθεί. Η παλαιότερη γραπτή μαρτυρία για την ύπαρξη νερόμυλου είναι από το Στράβωνα, ο οποίος περιγράφοντας τα ανάκτορα του βασιλιά Μιθριδάτη ΣΤ’ του Ευπάτορα στα Κάβειρα, αναφέρει: «[…] εν δε τοις Καβείροις τα βασίλεια Μιθριδάτου κατεσκευάσατο και ο υδραλέτης […]». Τα παλαιότερα χρόνια σε κάθε ποτάμι της ελληνικής υπαίθρου υπήρχε κι  ένας νερόμυλος. Εξαιτίας αυτού, μετά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους καταγράφηκαν περίπου 6.000 νερόμυλοι. Το επάγγελμα του μυλωνά ήταν ένα από τα πιο πρόσφατα εκείνης της εποχής. Η αλεστική ικανότητα ενός νερόμυλου που δούλευε κατά μέσο όρο ένα δωδεκάωρο ήταν 800 οκάδες ανά ώρα. Δηλαδή ένας νερόμυλος παρήγαγε περίπου 1200 οκάδες τη μέρα.
Λειτουργία και χρησιμότητα του νερόμυλου
Η λειτουργία του νερόμυλου στηρίζεται σε μια σειρά μεταδιδόμενων κινήσεων. Η κίνηση του νερού που διοχετεύεται από το τεχνητό αυλάκι στο βαγένι μεταδίδεται στην οροφή. Η φτερωτή μεταδίδει αυτή την κίνηση, μέσω ενός άξονα σε μία μυλόπετρα. Ανάμεσα στην κινούμενη μυλόπετρα και σε μία άλλη ακίνητη, τοποθετούνται τα γεννήματα (σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι), τα οποία συνθλίβονται και δημιουργούνται τα άλευρα.
Οι νερόμυλοι χτίστηκαν κατά κύριο λόγο στην Ηπειρωτική Ελλάδα και τα μεγάλα νησιά. Εκεί χρησιμοποιήθηκαν για την άλεση σιτηρών και για την παρασκευή μπαρουτιού και κουρασανιού για τις οικοδομικές εργασίες. Επίσης παρατηρείται μια προτίμηση στους νερόμυλους για πολλούς λόγους. Μερικοί από αυτούς είναι οι εξής:
1.    Η δαπάνη και ο χρόνος κατασκευής τους ήταν μικρές.
2.    Η λειτουργία του δεν επηρεαζόταν από τις καιρικές συνθήκες, ώστε να επηρεάζεται η ποιότητα και η ποσότητα του παραγόμενου αλέσματος.
3.    Οι ζημιές και οι φθορές του μύλου ήταν ελάχιστες.
4.    Υπήρχε ελευθερία κατασκευής κτισμάτων κοντά στο μύλο, οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την κατοικία της οικογένειας του μυλωνά.


Μικρά υδροηλεκτρικά (φράγματα)
Το φράγμα είναι ένα τεχνικό έργο που κατασκευάζεται κάθετα στην κοίτη ενός φυσικού ρεύματος (ποταμού) για την αποκοπή της ροής , με σκοπό την αποθήκευση , παροχέτευση ή αποφυγή πλημμύρας των ποταμών.Τα πρώτα φράγµατα που κατασκευάστηκαν, αποσκοπούσαν κυρίως στην παροχή αντιπληµµυρικής προστασίας και την αποθήκευση νερού για αρδευτικούς και υδρευτικούς σκοπούς, ενώ αργότερα ακολούθησε η υδροδυναμική αξιοποίηση του αποθηκευμένου νερού και η τόσο μεγάλη χρησιμότητα των φραγμάτων για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, ιχθυοκαλλιέργειες, τουρισµό και αναψυχή. Το παλαιότερο φράγµα που αναφέρεται στην Ιστορία (4η χιλιετία π.Χ.) βρίσκονταν στη Γιάβα της σηµερινής Ιορδανίας και χρησίµευε για τη συλλογή πόσιµου νερού. Με την κατασκευή  φραγμάτων, το νερό δεσμεύεται και χρησιμοποιείται για άρδευση, ύδρευση ή περικλείει δυναμική ενέργεια, εξαιτίας της διαφοράς στάθμης για την κίνηση υδροστρόβιλων και παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Η λειτουργικότητά τους  είναι πολλαπλή, καθώς μας προσφέρει ανεκτίμητες παροχές. Πρώτα απ ʼ όλα, ένα βασικό στοιχείο είναι η αποταμίευση νερού, για ύδρευση και άρδευση. Επίσης επιτρέπει την παραγωγή φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας, έτσι ώστε ναπεριορίζεται το πρόβλημα κατανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Επιπροσθέτως, η ενέργεια που παράγεται δεν επιφέρει ρύπανση στο περιβάλλον και υπάρχει δυνατότητα αποθήκευσης για ώρες ανάγκης. Τα φράγματα, ακόμα εγγυώνται αποτελεσματική προστασία από τις πλημμύρες. Συμβάλλουν στη διατήρηση καθαρού περιβάλλοντος. Η προσφορά τους στη δημιουργία νέων υγροτόπων ήταν και είναι τεράστια και αποδείχτηκε κερδοφόρα για την ανάπτυξη του οικοτουρισμού και επομένως τη βελτίωση της γενικής οικονομίας της χώρας μας.  Τελευταίο αλλά όχι ασήμαντο είναι το γεγονός ότι δόθηκε η δυνατότητα να αναπτυχθούν οι ιχθυοκαλλιέργειες, ένας τομέας που δεν υπήρξε αρκετά  ανεπτυγμένος στη χώρα μας.
     Ωστόσο, τα μειονεκτήματά τους δεν μπορούν να αμφισβητηθούν. Ένα από τα κυριότερα προβλήματα είναι η αλλοίωση του φυσικού τοπίου. Το ογκώδες και άκομψο οικοδόμημα προκαλεί την καταστροφή της φυσικής ομορφιάς του περιβάλλοντος, μιας και η ύπαρξη του τσιμέντου στη φύση μοιάζει με παρωδία στο οικοσύστημα και μπροστά στην πλούσια βλάστηση γύρω από το ποτάμι. Αυξημένος είναι επίσης ο κίνδυνος τοπικών σεισμών σε περιοχές με φράγματα αφού επιβαρύνεται ο φλοιός της γης.
Μέχρι τη δεκαετία του '50, κατασκευάζονταν περίπου 700 µεγάλα φράγµατα κάθε δεκαετία σε όλον τον κόσµο. Τα επόµενα χρόνια, ο αριθµός αυτός αυξήθηκε αισθητά, ενώ άρχισαν να εµφανίζονται οι πρώτες αντιδράσεις για τα πραγµατικά οφέλη που προκύπτουν από τη λειτουργία τους, καθώς και απόψεις ότι προκαλούνται στο περιβάλλον καταστροφές και µακροχρόνιες αρνητικές επιδράσεις που υπερβαίνουν τα άµεσα οικονοµικά οφέλη. Έτσι, παρουσιάστηκε η ανάγκη για καλύτερο σχεδιασµό των φραγµάτων και για λήψη των κατάλληλων µέτρων, ώστε να µειωθούν στο ελάχιστο οι περιβαλλοντικές ή όποιες άλλες επιπτώσεις και απώλειες. Σε πολλές περιπτώσεις, άλλαξε τελείως ο σχεδιασµός των φραγµάτων, µε απώτερο στόχο τη βιώσιµη διαχείριση του ύδατος, στην οποία θα λαµβάνονταν µέριµνα για την οικονοµική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη, καθώς και για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις.
Βέβαια, δεν µπορεί να παραβλεθεί το γεγονός ότι µετά τη δεκαετία του '60, στις αναπτυγµένες χώρες η ευαισθησία για περιβαλλοντικά ζητήµατα αυξήθηκε σηµαντικά, κυρίως λόγω της πληθυσµιακής διόγκωσης, της ανεξέλεγκτης ρύπανσης του εδάφους, του αέρα και των υδάτινων πόρων, της αύξησης των βιοµηχανικών και οικιακών αποβλήτων, καθώς επίσης και των προκαλούµενων µεταβολών στα οικοσυστήµατα και στην βιοποικιλότητά τους. Η αύξηση πληθυσµού, η χρήση των τεχνολογικών επιτευγµάτων, η διόγκωση των οικονοµικών δραστηριοτήτων, οι αστικές επεκτάσεις, η ανάπτυξη στο οδικό και σιδηροδροµικό δίκτυο, τα φράγµατα, οι ταµιευτήρες νερού και άλλες υποδοµές είχαν σηµαντικές επιπτώσεις στη φυσική ισορροπία και οι περιβαλλοντικές µεταβολές έλαβαν ανησυχητικές διαστάσεις, ενώ το «περιβάλλον» ως θέµα έγινε ιδιαίτερα δηµοφιλές. Τα παραπάνω είχαν ως αποτέλεσµα την εµφάνιση αντιθέσεων, µεταξύ των αρµόδιων για το σχεδιασµό και των µηχανικών από τη µια πλευρά και των διάφορων κοινωνικών, περιβαλλοντικών κι επιστηµονικών οµάδων από την άλλη, που εναντιώνονται στην υλοποίηση και λειτουργία µεγάλων υποδοµών (φράγµατα, ταµιευτήρες, έργα εκτροπής ποταµών, κ.λπ), µε βασικό επιχείρηµα την προστασία του περιβάλλοντος και τη διαφύλαξη της πανίδας και της χλωρίδας.
     Τέλος, τα φράγματα μπορεί να είναι πολύ δαπανηρά, αλλά με μεγάλη οικονομική απόδοση, γι’αυτό επιδιώκεται η κατασκευή τους. Αυτό που χρειάζεται για να εξασφαλιστεί η ισορροπία των καλών και κακών συνεπειών, είναι να γίνονται προσεκτικές μελέτες πριν την κατασκευή οποιουδήποτε φράγματος ανάλογα πάντα με τις συνθήκες που επικρατούν σε κάθε περιοχή. Με αυτόν τον τρόπο θα αποφευχθούν κάποια από τα πιθανά προβλήματα, που μπορεί να αποβούν μοιραία στο μέλλον. Πρέπει να αποκτήσουμε όλοι μας περιβαλλοντική συνείδηση και να ευαισθητοποιηθούμε όσον αφορά το θέμα της κατασκευής φραγμάτων, γιατί η προστασία του περιβάλλοντος είναι υπόθεση όλων μας.

Περαταριές
Παλαιότερα, όταν δεν υπήρχαν γέφυρες να συνδέουν τις δύο όχθες των ποταμών ή η γέφυρα ήταν σε μεγάλη απόσταση, χρησιμοποιούσαν πλωτές εξέδρες ή βάρκες, τις περαταριές, για να περνούν στην άλλη όχθη άνθρωποι και προϊόντα. Η περαταριά είναι μια αυτοσχέδια ξύλινη σχεδία, η οποία είναι κατασκευασμένη για να δέχεται το πολύ 3 ή 4 ανθρώπους, διότι το βάρος τους πρέπει να είναι συγκεκριμένο ώστε να μπορέσει να κινηθεί η σχεδία. Στο πάνω μέρος της στερεώνεται μια μικρή σκεπή, η οποία συγκρατεί ένα αρκετά χοντρό σχοινί ή συρματόσχοινο, που διέρχεται από τη μία όχθη του ποταμού, περνάει μέσα από το πάνω μέρος της περαταριάς και φτάνει στην άλλη όχθη. Τα άλλα δύο πιο λεπτά σχοινιά που υπάρχουν, δένονται σε ένα από τα κάγκελα της σχεδίας και χρησιμεύουν στην κίνησή της, όπως θα αναφερθεί παρακάτω. Επίσης, κάτω από την σκεπή υπάρχουν δύο καρούλια, τα οποία κινούνται με τη βοήθεια ενός μοχλού. Τέλος, σε κάθε όχθη υπάρχει ένα μικρό σπιτάκι για να μπορούν οι οδηγοί των περαταριών να δένουν το σχοινί και να εγκαθιστούν τον μηχανισμό της σχεδίας.
Η λειτουργία μιας περαταριάς είναι αρκετά ενδιαφέρουσα και βασίζεται στον παραδοσιακό τρόπο κίνησής της, χωρίς τη χρήση κάποιου τεχνολογικού μέσου. Όταν ανεβούν όλοι οι επιβάτες στη σχεδία, ο ειδικός χειριστής κρατάει τα δύο κάτω σχοινιά και ανεβαίνει γρήγορα επάνω στην περαταριά. Καθώς αφήνει το σχοινί, η σχεδία παίρνει φόρα και αυτό προκαλεί την κίνηση της. Όταν σταματήσει η περαταριά να κινείται, ο ‘‘περατάρης’’ γυρίζει τον μοχλό, ο οποίος κινεί τα δύο καρούλια κι έτσι σιγά-σιγά, με την κίνησή τους,επιστρέφουν πίσω.
      Μια παλαιότερη μορφή περαταριών ήταν μια μεγάλη ξύλινη εξέδρα, η οποία δεν έχει καμία σχέση με αυτή που αναλύθηκε πιο πάνω όσον αφορά στη δομή και στη λειτουργία. Στο μόνο που μοιάζουν είναι στο ότι και αυτή η περαταριά έχει ένα σχοινί, το οποίο δένεται και διέρχεται από τη μία όχθη του ποταμού στην άλλη. Αυτή η ξύλινη εξέδρα μετέφερε περισσότερους ανθρώπους και πολύ μεγαλύτερα πράγματα, όπως αυτοκίνητα, ζώα και πολλά προϊόντα.
Στο παρελθόν, οι άνθρωποι μεταφέρονταν απ’ τη μια όχθη στην άλλη, παίρνοντας μαζί τους διάφορα προϊόντα. Σήμερα όμως αυτό δε συμβαίνει, λόγω της τεχνολογικής εξέλιξης. Εφόσον μας δίνεται η δυνατότητα να χτίσουμε γέφυρες για να διευκολύνονται οι μεταφορές μας, οι περαταριές έχουν αναλάβει περισσότερο τον ρόλο του τουριστικού αξιοθέατου σε μικρά παραδοσιακά χωριά. Οι τουρίστες που επισκέπτονται αυτά τα χωριά ή ακόμα και οι κάτοικοι, πάντα βρίσκουν λίγο χρόνο για να κάνουν μια βόλτα με τις περαταριές, χωρίς να πηγαίνουν στην απέναντι όχθη αλλά μέχρι ένα συγκεκριμένο σημείο κοντά στο τέλος του ποταμού, όπως αναφέρθηκε στην λειτουργία της περαταριάς. Γι’ αυτόν το λόγο, κρίνεται απαραίτητη η ύπαρξη ενός ειδικού μέσα στη σχεδία που να ξέρει να τη χειρίζεται, ώστε να μπορέσει να μεταφέρει τους επιβάτες πάλι εκεί απ’ όπου ξεκίνησαν. Παρ’ όλ’ αυτά, είναι σημαντικό για τη διατήρηση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς το ότι χρησιμοποιούμε ακόμα τις περαταριές, έστω και σαν τουριστικό μέσο.
       Σήμερα, υπάρχουν περαταριές που διασχίζουν τον Αχελώο, τον Πηνειό, τον Σπερχειό και τον ποταμό της περιοχής του Μεσόπυργου της Άρτας, της Λάρισας, των Τεμπών και του Κουτσόχειρου. Τα χειροκίνητα τελεφερίκ που κατασκευάστηκαν πριν από 60 χρόνια για τη διάβαση του Αχελώου λειτουργούν μέχρι και σήμερα. Οι γέφυρες του Κοράκου και του Καταφυλλίου υποχρεώνουν τους κατοίκους να ακολουθήσουν μια διαδρομή πολλών χιλιομέτρων χωματόδρομου, με καθυστέρηση αρκετών ωρών. Έτσι, η χρήση της περαταριάς είναι απολύτως αναγκαία τόσο για τη μεταφορά των κατοίκων και των προϊόντων της περιοχής αλλά και ιδιαίτερα για την αντιμετώπιση έκτακτων περιστατικών υγείας.




Αλιεία στα ποτάμια

     Με τον όρο αλιεία, κοινώς ψάρεμα, χαρακτηρίζεται γενικά η τέχνη (τρόπος) της όλης δραστηριότητας, με την οποία γίνεται η σύλληψη και απόσπαση των ιχθύων και άλλων υδροβίων ζώων από τον βιότοπό τους, (θάλασσες, λίμνες, ποτάμια, ιχθυογενετικούς σταθμούς κλπ), είτε για τροφή είτε για βιομηχανικούς σκοπούς. Η αλιεία είναι μια πανάρχαια πρακτική που χρονολογείται τουλάχιστον από την Ανώτερη Παλαιολιθική Εποχή, πριν περίπου 40.000 χρόνια. Αρχαιολογικά ευρήματα κοχυλιών και υπολειμμάτων από ψαροκόκαλα, καθώς και σχετικές βραχογραφίες σε σπήλαια, δείχνουν ότι τα αλιεύματα αποτελούσαν σημαντική σε ποσότητα πηγή τροφής, αλλά και είδος ανταλλαγής για τους ανθρώπους της περιόδου. Μάλιστα, ενώ η πλειοψηφία των ανθρώπινων φυλών της εποχής ζούσαν μια νομαδική ζωή κυνηγών – τροφοσυλλεκτών, που αναγκαστικά μετακινούνταν σχεδόν συνεχώς, υπήρχαν φυλές με σχετικά μόνιμη εγκατάσταση, που πάντοτε είχαν μια σχετικά σταθερή κύρια πηγή αλιευμάτων, με την οποία παρείχαν την κύρια πηγή τροφής των αλιευτικών αυτών φυλών. Από τότε λοιπόν μέχρι και σήμερα οι άνθρωποι έχουν βελτιώσει τους τρόπους ψαρέματος, αλλά οι πιο ενδιαφέροντες για μελέτη είναι αυτοί των παραδοσιακών χρόνων. Οι τρόποι ψαρέματος τότε ήταν:
          Αλιευτικό δίχτυ
    Υπάρχουν διάφοροι τύποι διχτυών, οι οποίοι διαχωρίζονται ανάλογα με το μήκος και πάχος τους. Οι περισσότεροι χρησιμοποιούν ψιλό δίχτυ, καθώς τα ψάρια δεν έχουν μεγάλο μήκος. Τα δίχτυα απλώνονται από τη μια πλευρά του ποταμού στην άλλη, δένοντας καλά τις άκρες του δίχτυ από σταθερά σημεία, όπως δέντρα ή πέτρες. Τα δίχτυα δεν πρέπει να είναι τελείως τεντωμένα αλλά να σχηματίζουν «κοιλιά». Οι ψαράδες κάθονται στο ποτάμι και περιμένουν αρκετές ώρες. Τα δίχτυα απλώνονται συνήθως τις απογευματινές ώρες και μαζεύονται τις πρωινές.

          Πεζόβολο
Διακρίνεται για την κίνηση και τη συγκέντρωση που προϋποθέτει, καθώς ο ψαράς δεν το αφήνει από χέρια του όση ώρα ψαρεύει. Το πεζόβολο είναι μια δίχτυνη ομπρέλα, διαφόρων μηκών- συνήθως δύο μέτρων, την οποία ο ψαράς πετάει στο σημείο που θα  εντοπίσει ψάρια, ώστε να τα εγκλωβίσει και τέλος το μαζεύει και αδειάζει τα ψάρια που έπιασε. Χρειάζεται δύναμη, αντοχή και υπομονή.
·       Καλάμι
http://3.bp.blogspot.com/-3vK7VMTzp2c/T24Xpry7UUI/AAAAAAAABzg/U4i6qTqVYKM/s1600/oto3.jpgΤρόπος ψαρέματος που χρησιμοποιείται από λίγους. Χρειάζεται τον εξής εξοπλισμό: καλάμι (διακρίνονται ανάλογα με το συνολικό μήκος τους και το βάρος το οποίο  μπορούν να σηκώσουν), πετονιά (διακρίνονται ανάλογα με το πάχος τους), αγκίστρι (διακρίνονται σε νούμερα), βαρίδιο (διακρίνονται ανάλογα με το βάρος τους), φελλός (τοποθετείται ανάλογα με το βάθος του νερού, συνήθως τοποθετείται έτσι ώστε το δόλωμα να είναι στο 50-75% της απόστασης από το βυθό) και τέλος το δόλωμα (φυσικά δολώματα, όπως έντομα, ζωύφια ή μικρά ψάρια).

          Καμάκι και λουξ
Τρόπος ψαρέματος για τις βραδινές ώρες. Απαιτούνται τουλάχιστον δύο άτομα ώστε να υπάρξει θετικό αποτέλεσμα. Κάποιος κρατάει το λουξ κοντά στο νερό και κάποιος το καμάκι. Το δυνατό φως προσελκύει και ‘ζαλίζει’ τα ψάρια κάνοντας έτσι εύκολη τη συλλογή τους και βοηθάει τους ψαράδες να βλέπουν τη νύχτα. Αυτός που κρατάει το καμάκι το σπρώχνει με δύναμη μέσα στο νερό, έτσι ώστε να καρφώσει το ψάρι.

·       Kαλαμωτή: 
 Έχει σχήμα ανοιχτού χωνιού και κατασκευάζεται συνήθως από καλάμια, γι΄αυτό λέγεται καλαμωτή ή από βέργες πλάτανων, που πλέκονται μεταξύ τους με σχοινί ή σύρμα. Για το στήσιμο της καλαμωτής επιλέγεται ένα στενό ορμητικό πέρασμα του ποταμού, ώστε τα νερά να περνάνε ορμητικά από τα χάσματα του και τα ψάρια να παγιδεύονται στο χωνί του. Το σκέπαζαν με κλαδιά πλάτανου ή από ιτιά για να μην αναπηδήσουν τα ψάρια και να μην τα φάνε τα αρπαχτικά πουλιά ή οι αλεπούδες. Τελευταία κατασκευάζονταν καλαμωτές από δικτυωτή σίτα για ευκολία.




Πηγές:

·       http://nerotrivipatras.gr/istoria-nerotrivis.html












·       Εικόνες Google


Εργασία μαθητριών: Σοφία Λιάκου , Κατερίνα Λίτσιου, Χρύσα Παπαθανασίου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.